βλήδην

βλήδην, Adv.
A by throwing, hurling, Hsch. [full] βλήεται, v. βάλλω.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλήδην — by throwing indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιβλήδην — ἐπιβλήδην (Α) επίρρ. με σφυρηλάτηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βλήδην «με εκτόξευση»] …   Dictionary of Greek

  • παραβλήδην — Α επίρρ. 1. με πλάγιο, ειρωνικό ή σκωπτικό βλέμμα και, γενικά, με πλάγιο τρόπο ή με κακία («ἐπειρᾱτο... ἐρεθιζέμεν Ἥρην κερτομίοις ἐπέεσσι, παραβλήδην ἀγορεύων», Ομ. Ιλ.) 2. για αντίρρηση ή για απάντηση 3. παράλληλα 4. με παραβολές. [ΕΤΥΜΟΛ. < …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.